To site χρησιμοποιεί cookies. Επιλέγοντας “Αποδοχή”, σημαίνει ότι συμφωνείτε με την χρήση των cookies όπως αναγράφεται στους όρους πολιτικής.
ΑΠΟΔΟΧΗ COOKIES

H κρίση είναι ευρωπαϊκή

H κρίση είναι ευρωπαϊκή

Γράφει ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ

adb: Θα μας πείτε κάποια πράγματα για την Ευρωπαϊκή Συνομοσπονδία Διοικητικών και Διευθυντικών Στελεχών (CEC-Confédération Européenne des Cadres) στην οποία είστε επικεφαλής; Ποια είναι η δομή και φιλοσοφία της;

Γ.Λ.:
Η CEC θεωρείται πλέον ένας από εξι αναγνωρισμένους κοινωνικούς εταίρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Υπάρχουν τρεις για τους εργαζομένους, και τρεις για τους εργοδότες. Στους πρώτους συμπεριλαμβανόμαστε εμείς, η Ένωση Eurocadres και ο πολύ μεγαλύτερος φορέας Εuropean Trade Union Confederation, όπου από την Ελλάδα συμμετέχουν η ΓΣΕΕ και η ΑΔΕΔΥ. Στην CEC, από την άλλη, η Ελλάδα εκπροσωπείται με τις ΕΕΔΕ και ΕΑΣΕ. Με τις δυο αυτές Ενώσεις καλύπτουμε όλο το χώρο του μάνατζμεντ στην Ελλάδα, από το χαμηλότερο έως το υψηλότερο επίπεδο. Προσεγγίζουμε όλους αυτούς που παίρνουν αποφάσεις στις επιχειρήσεις, αυτούς που με τη δουλειά τους και τη σκέψη τους κάνουν τις εταιρείες να κερδίζουν λεφτά.

adb: Ποια είναι τα βασικά θέματα που απασχολούν τη CEC αυτή την δύσκολη για όλους περίοδο;

Γ.Λ.:
Το πιο βασικό είναι αυτό που μας οδήγησε στο να διοργανώσουμε στην Αθήνα το Συνέδριο με θέμα «Managers in an Economy under Crisis»: η γενική κρίση της οικονομίας, που άρχισε σαν ελληνική κρίση, αλλά γίνεται όσον περνάει ο καιρός ευρωπαϊκή υπόθεση. Η CEC είναι ευρωπαϊκός φορέας και την ενδιαφέρει να μάθει πώς ξεκίνησε αυτή η κατάσταση. Αν αύριο άλλα κράτη και συνεπώς και άλλες οργανώσεις-μέλη της CEC αντιμετωπίσουν το ίδιο πρόβλημα, θα πρέπει να ξέρουμε τι έγινε εδώ για να μπορέσουμε να δώσουμε λύσεις. Η κρίση είναι ευρωπαϊκή και αυτό το επιβεβαιώνουν και τα όσα είπαν στο συνέδριο οι άνθρωποι που συμμετείχαν από την Πορτογαλία και την Ισπανία.

adb: Μόνο τυχαία δεν ήταν, δηλαδή, η επιλογή της διοργάνωσης του Συνεδρίου στην Αθήνα, την συγκεκριμένη εποχή.

Γ.Λ.:
Καθόλου τυχαία. Η πρώτη σκέψη μας, μάλιστα, ήταν να διοργανώσουμε το Συνέδριο το Μάρτιο του 2011. Τελικά, όμως, αποφασίσαμε να το κάνουμε έξι μήνες αργότερα, περιμένοντας να δούμε τι θα γινόταν με τα διάφορα μέτρα της κυβέρνησης. Θεωρώ πως τώρα ήταν η καλύτερη περίοδος για να πραγματοποιηθεί ένα τέτοιου είδους συνέδριο στην Ελλάδα, αν και αντιμετωπίσαμε αρκετές δυσκολίες. Λόγω των απεργιών, μέχρι και την τελευταία στιγμή δεν γνωρίζαμε εάν οι Ευρωπαίοι σύνεδροι θα τα κατάφερναν να παραστούν. Τελικά το 80% εξ όσων περιμέναμε κατόρθωσε να έρθει, κι εμείς καταφέραμε να διοργανώσουμε ένα πολύ ενδιαφέρον συνέδριο για όλους όσους το παρακολούθησαν. Σε αυτό συνετέλεσε, φυσικά, το γεγονός ότι ο χρόνος διεξαγωγής, ο τόπος διοργάνωσης, οι ομιλητές και το θέμα του Συνεδρίου μόνο τυχαία δεν επιλέχθηκαν. Υπήρχε ένας κοινός άξονας, μια βασική κατεύθυνση.

adb: Μέσα, λοιπόν, σε αυτή την ευρωπαϊκή και γενικευμένη κρίση, ποιες είναι οι μεγαλύτερες προκλήσεις που καλούνται να αντιμετωπίσουν οι Ευρωπαίοι Μάνατζερ;

Γ.Λ.:
Η μεγάλη πρόκληση είναι να αντιμετωπίσουμε τη νοοτροπία που έχει δημιουργήσει αυτή η κατάσταση. Να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε π.χ. για τους Γερμανούς εργάτες, που πιστεύουν πως ο μισθός τους πέφτει λόγω των Ελλήνων και όχι λόγω της κατάστασης της ευρωπαϊκής οικονομίας. Το ίδιο, φυσικά, μπορεί να συμβαίνει και στη Γαλλία και σε πολλά άλλα μέρη. Είναι γιατί η νοοτροπία πολλών πολιτικών μοιάζει να είναι παντού η ίδια. Σε όλες τις χώρες θα πουν στους πολίτες πως εάν δεν τους εκλέξουν για να τους προστατεύσουν, τότε οι Έλληνες θα τους «πάρουν τα λεφτά». Δεν μιλάω για το σύνολο φυσικά του πολιτικού κόσμου, άλλα για κάποιους. Αν το ποσοστό του κοινού στο οποίο βρίσκουν απήχηση τα λεγόμενά τους είναι μικρό, τότε δεν υπάρχει πρόβλημα. Δυστυχώς, όμως, με την κρίση το ποσοστό αυτό ανεβαίνει. Το πρόβλημα της Ευρώπης είναι ακριβώς αυτό. Δεν πρέπει να αφήσουμε τον «καρκίνο» αυτόν να εξαπλωθεί ακόμη και αν οι ακραίες πολιτικές παρατάξεις στα διάφορα ευρωπαϊκά κράτη προσπαθούν να εκμεταλλευτούν την κρίση προς τη συγκεκριμένη κατεύθυνση.




adb: Πώς μπορούν, όμως, να το καταφέρουν αυτό οι μάνατζερ;

Γ.Λ.:
Οι μάνατζερ είναι άνθρωποι που εργάζονται σε εταιρείες του Δημοσίου και Ιδιωτικού Τομέα. Δουλεύουν με κόσμο, ηγούνται μεγάλων ή μικρών ομάδων και έχουν κάποιο ρόλο να παίξουν. Οι θέσεις που παίρνουν, οι πληροφορίες που δίνουν και ο τρόπος με τον οποίο αντιδρούν σε αυτή την κρίση έχουν πολύ μεγάλη σημασία. Να ξέρετε πως τα όσα βγάλουν σαν εικόνα προς τα έξω όλοι αυτοί που παρευρέθηκαν στο Συνέδριο στην Αθήνα, είναι πολύ σημαντικά για τη χώρα μας. Σας σημειώνω πως ξέρω αρκετούς που στην αρχή δεν ήθελαν να έρθουν στην Ελλάδα για το Συνέδριο. Τους προβλημάτιζαν οι απεργίες, η πιθανότητα διαδηλώσεων και επεισοδίων και όλα τα δυσάρεστα που έχουμε συνηθίσει τον τελευταίο καιρό στην Αθήνα. Μετά, όμως, από την ξενάγηση που οργανώσαμε στο Μουσείο της Ακρόπολης και το γεύμα δίπλα στον Ιερό Βράχο, αναρωτιόνταν κι αυτοί πού είναι τα προβλήματα για τα οποία άκουγαν. Η εικόνα που φτάνει στο εξωτερικό είναι πολύ άσχημη, γι’ αυτό κι εμείς θελήσαμε με αυτό το Συνέδριο να φέρουμε μάνατζερ από όλη την Ευρώπη στην Αθήνα. Αυτοί θα επιστρέψουν στις χώρες τους και θα μεταφέρουν το μήνυμα πως η Ελλάδα αντιμετωπίζει μεν προβλήματα, αλλά όχι κάτι τόσο σοβαρό όσο αυτά που ακούγονται στο εξωτερικό. Δυστυχώς ως χώρα δεν έχουμε φροντίσει την εικόνα μας προς το κοινό των άλλων ευρωπαϊκών χωρών, το οποίο μαθαίνει για την Ελλάδα μόνο από τα όσα αναφέρουν οι δημοσιογράφοι, που δυστυχώς έχουν μάθει να εστιάζουν μόνο στις κακές ειδήσεις.

adb: Αυτή η εικόνα, το μήνυμα που μπορούν να περάσουν οι μάνατζερ, μπορεί να απευθύνεται και στην πολιτική εξουσία, δηλαδή στους ανθρώπους που παίρνουν τις αποφάσεις; Μπορούν να παρέμβουν με τέτοιο τρόπο ώστε να περιορίσουν τις νοοτροπίες στις οποίες αναφερθήκατε προηγουμένως;

Γ.Λ.:
Φυσικά. Αυτή είναι η προστιθέμενη αξία του Συνεδρίου που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα. Το πρόβλημα στην Ελλάδα το ξέρετε πολύ καλύτερα από εμένα. Ποιοι κάνουν τις απεργίες; Οι ενώσεις των εργατών (blue collar workers), τις οποίες φυσικά και σεβόμαστε, αλλά δεν γίνεται να μη σημειώσουμε πως δυο χρόνια τώρα γίνονται συζητήσεις μαζί τους, χωρίς να υπάρχει κάποια κατάληξη. Δεν λέω πως έγιναν λάθη, αλλά βλέπω το αποτέλεσμα. Ξέρουμε πού πρέπει να πάμε ως χώρα και ξέρουμε πως δεν έχουμε χρόνο. Γιατί, λοιπόν, η κυβέρνηση να μην ακούσει και κάποιους άλλους; Κάποιους που έχουν σπουδάσει, ζήσει και δουλέψει στο εξωτερικό; Υπάρχουν τόσοι Έλληνες που διαπρέπουν στο εξωτερικό, γιατί να μην ακουστεί και η δικιά τους  πρόταση; Θεωρώ πως σαν Ένωση Μάνατζερ είναι καθήκον και υποχρέωσή μας να εκφράσουμε την άποψή μας και να προσφέρουμε τη βοήθειά μας. Και δεν θέλουμε απλά να βοηθήσουμε, μπορούμε και να το κάνουμε.

adb: Δεν είναι κάτι πολύ δύσκολο αυτό σήμερα; Οι πιέσεις που ασκούνται από παντού και η ανάγκη για άμεσα αποτελέσματα δεν σας προβληματίζουν;

Γ.Λ.:
Κοιτάξτε, ήταν δύσκολο πριν από δυο χρόνια και σήμερα έχει γίνει ακόμη δυσκολότερο. Σε τρεις ή σε έξι μήνες όμως, ή στην καλύτερη περίπτωση σε ένα χρόνο, το σύστημα θα καταρρεύσει μόνο του. Βλέπετε τι γίνεται. Οι πολιτικοί λένε πως κάνουν ό,τι μπορούν, αλλά δεν γίνεται τίποτα. Χρειάζεται κάτι καινούργιο, μια νέα πρόταση.

adb: Γενικότερα, εσείς πού πιστεύετε πως πρέπει να στραφούμε ως χώρα για να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματα; Πού εντοπίζετε ευκαιρίες και δυνατότητες ανάπτυξης;

Γ.Λ.:
Οπωσδήποτε η «πράσινη οικονομία», η λεγόμενη green economy, Θα βοηθήσει την οικονομία της χώρας, αλλά και το περιβάλλον τόσο σε τοπικό όσο και παγκόσμιο επίπεδο. Επίσης, μην ξεχνάτε πως υπάρχουν πολλά κονδύλια της Ευρωπαϊκής Ένωσης αφιερωμένα στο συγκεκριμένο θέμα. Είναι μια πολύ μεγάλη ευκαιρία, την οποία θα πρέπει να αξιοποιήσουμε. Το ερώτημα βέβαια είναι αν υπάρχουν ελληνικές εταιρείες σε θέση να το κάνουν. Εάν δεν υπάρχουν, ας αλλάξουμε το φορολογικό σύστημα για να καλέσουμε ξένες εταιρείες να το κάνουν. Ευρωπαϊκές, κινέζικες, αμερικάνικες ή οτιδήποτε άλλο. Δεν θα είναι πρόβλημα. Η τεχνολογία θα μπει στην Ελλάδα, νέες θέσεις εργασίας θα δημιουργηθούν και ο κόσμος θα αποκτήσει μια ελπίδα, θα δει πως κάτι γίνεται. Κάτι καλό για την οικονομία, το περιβάλλον, την υγεία και τη χώρα.




adb: Εσείς πάντως δηλώνετε αισιόδοξος, ενώ σημειώνετε πως η Ελλάδα μπορεί να αποτελέσει παράδειγμα και για άλλες χώρες.

Γ.Λ.:
Η Ελλάδα μπορεί να γίνει παράδειγμα, όπως συνέβη και με τη Σουηδία τη δεκαετία του 1990. Όσο κι αν ακούγεται περίεργο, στοιχεία που παρουσιάστηκαν στο Συνέδριο δείχνουν πως η κατάσταση στην Ελλάδα σήμερα δεν είναι και τόσο διαφορετική με την εικόνα στη Σουηδία το ’90. Έλληνες που πήγαν στη Σουηδία τη δεκαετία του 1970 ξέρουν, βίωσαν το πρόβλημα που είχε δημιουργηθεί στη χώρα. Πρέπει, λοιπόν, κι εμείς να κάνουμε κάτι ανάλογο με αυτό που έγινε εκεί. Χρειάζεται, όμως, να το θέλει και ο κόσμος, η βάση. Δεν νομίζω πως ακόμη η βάση το έχει καταλάβει. Θα χρειαστεί κάποιος καιρός ακόμη, αλλά είμαι σίγουρος πως εν τέλει οι Έλληνες θα το καταλάβουν.

adb: Τους Έλληνες μάνατζερ τι θα τους συμβουλεύατε σε αυτήν τη δύσκολη περίοδο για την οικονομία και τη χώρα;

Γ.Λ.:
Να έρθουν πιο κοντά στις ενώσεις που τους αντιπροσωπεύουν, στην ΕΕΔΕ και την ΕΑΣΕ. Μόνοι τους δεν μπορούν να καταφέρουν κάτι. Να συμμετέχουν στα διάφορα συνέδρια και γενικότερα να μοιράζονται τη γνώση τους. Πρέπει να σκέφτονται σαν μισθωτοί υπάλληλοι μιας ξένης συνήθως μεγάλης εταιρείας, οι οποίοι, όμως, είναι Έλληνες και θέλουν να κρατήσουν τη δουλειά τους εδώ. Θα πρέπει, λοιπόν, με τον ίδιο τρόπο που ενεργούν για να καταγράψει η εταιρεία τους θετικά αποτελέσματα, να ενεργούν και για τα κοινά. Θα πρέπει να κάνουν και για τη χώρα τους αυτά που κάνουν για την εταιρεία τους. Αρκεί βέβαια να τους δοθεί η ευκαιρία, ή μάλλον καλύτερα να την ψάξουν και να τη βρουν.

Who is who

Ο Γιώργος Λιαροκάπης είναι ο πρόεδρος της Confédération Européenne des Cadres (CEC). Μετά την αποφοίτησή του από τη Νομική Σχολή και από σχολή Management, ξεκίνησε την επαγγελματική του καριέρα στη L’oréal το 1987 ως Product Manager. Στη συνέχεια κατείχε διάφορες θέσεις στην εφοδιαστική αλυσίδα και τον έλεγχο διαχείρισης και λειτουργίας. Το 1994 εξελέγη μέλος του συμβουλίου εργαζομένων. Από τότε έχει εκπροσωπήσει επισήμως τη L’oréal, τη CFE-CGC και τη FECCIA στα συνδικάτα εργαζομένων. Από το 1996, έχει εκλεγεί αρκετές φορές γραμματέας του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Εργαζομένων της L’oréal. Μετά από μια πρώτη θητεία ως πρόεδρος της CEC το 2006, επανεξελέγη κατά τη διάρκεια του 2009 στο Συνέδριο των Βρυξελλών. Με τη δραστηριότητά του έχει βοηθήσει να καταστεί ο Οργανισμός CEC πιο ορατός και πιο σεβαστός, ενώ αντιπροσωπεύει την επιτροπή συνδέσμου CEC / Eurocadres στην τριμερή Κοινωνική Σύνοδο Κορυφής. «Έχουμε ακουστεί, διότι είχαμε σημαντικά πράγματα να πούμε. Τώρα, είναι αναγκαίο να ενισχυθεί όλο αυτό το έργο», αναφέρει σχετικά.