Γράφει η Σόνια Χαϊµαντά
Βρισκόµαστε πια στο 2026, αλλά το ΕΣΡ ολοκλήρωσε -και δηµοσιοποίησε στο τέλος του 2025- τον απολογισµό του για το 2024, αναλύοντας… τα οικονοµικά στοιχεία της τηλεόρασης του 2023 και της πενταετίας 2019-2023.
Σύµφωνα µε τα στοιχεία, το 2023 οι τηλεοπτικοί πάροχοι κατέγραψαν µικρή αύξηση κύκλου εργασιών κατά 0,56% και σηµαντική βελτίωση στο µικτό κέρδος κατά 17,20%, κυρίως λόγω µείωσης του κόστους πωληθέντων κατά 1,83%. Μέχρι εδώ, όλα καλά. Σχεδόν.
Γιατί στην πραγµατική εικόνα, τα ίδια κεφάλαια κατέρρευσαν κατά 48,47%, οι ζηµιές προ φόρων εκτινάχθηκαν κατά 103,70% και οι ζηµιές µετά φόρων αυξήθηκαν κατά 79,34%, φτάνοντας τα -100,05 εκατ. ευρώ προ φόρων και -95,12 εκατ. ευρώ µετά φόρων. Παράλληλα, οι βραχυπρόθεσµες δανειακές υποχρεώσεις αυξήθηκαν κατά 18,44%, επιβεβαιώνοντας ότι το πρόβληµα δεν είναι λογιστικό αλλά δοµικό.
Σε επίπεδο πενταετίας (2019-2023), το µοτίβο επαναλαµβάνεται µονότονα: Aύξηση εσόδων -κυρίως το 2021 και το 2023- αλλά κερδοφορία ανύπαρκτη, µε συνεχιζόµενες ζηµιές που κορυφώνονται το 2023, σηµαντική πτώση των ιδίων κεφαλαίων και υποχρεώσεις που ανεβοκατεβαίνουν, χωρίς ποτέ να µειώνονται ουσιαστικά. Το ίδιο το ΕΣΡ παραδέχεται ότι ο κλάδος αντιµετωπίζει αυξανόµενα λειτουργικά κόστη και µειωµένη κεφαλαιακή επάρκεια.
Πόσα MME λειτουργούν σήµερα στην Ελλάδα;
Η εικόνα των µέσων ενηµέρωσης στην Ελλάδα, όπως αποτυπώνεται στα µητρώα του Εθνικού Συµβουλίου Ραδιοτηλεόρασης έως το τέλος του 2024, δείχνει έναν πολυπληθή αλλά έντονα κατακερµατισµένο χώρο. Παρά τις αλλαγές στην τεχνολογία και τη µετατόπιση του κοινού προς τις ψηφιακές πλατφόρµες, ο αριθµός των επιχειρήσεων ΜΜΕ παραµένει υψηλός, χωρίς ωστόσο αυτό να συνεπάγεται αντίστοιχη οικονοµική ευρωστία.
Η τηλεόραση: Λίγοι πανελλαδικοί, πολλοί περιφερειακοί
Στον τηλεοπτικό τοµέα λειτουργούν συνολικά 100 τηλεοπτικοί σταθµοί. Από αυτούς, 7 είναι ιδιωτικοί σταθµοί εθνικής εµβέλειας, ενώ 5 ανήκουν στον δηµόσιο τοµέα (κανάλια της ΕΡΤ και το Κανάλι της Βουλής). Αντίθετα, η µεγάλη µάζα της τηλεοπτικής αγοράς αποτελείται από 88 περιφερειακούς σταθµούς, οι οποίοι εκπέµπουν σε 13 γεωγραφικές ζώνες σε όλη τη χώρα.
Η αναλογία αυτή δείχνει καθαρά ότι η πανελλαδική τηλεόραση αποτελεί ένα πολύ µικρό αριθµητικά αλλά οικονοµικά κυρίαρχο τµήµα της αγοράς, ενώ η περιφερειακή τηλεόραση παραµένει πολυπληθής αλλά µε σαφώς περιορισµένες δυνατότητες.
Το ραδιόφωνο: Η πιο πολυάριθµη κατηγορία
Το ραδιόφωνο παραµένει το πολυπληθέστερο µέσο. Στα µητρώα του ΕΣΡ είναι εγγεγραµµένες 1.029 ιδιωτικές ραδιοφωνικές επιχειρήσεις, εκ των οποίων 841 βρίσκονταν σε λειτουργία το 2024. Από αυτές, 257 µεταδίδουν ενηµερωτικό πρόγραµµα, ενώ 584 εκπέµπουν µη ενηµερωτικό περιεχόµενο, κυρίως µουσικό, αθλητικό ή θρησκευτικό.
Η πλειονότητα των ραδιοφωνικών σταθµών έχει τη µορφή ατοµικής επιχείρησης, γεγονός που εξηγεί και τη χαµηλή κεφαλαιακή τους βάση, αλλά και τη µεγάλη ευαλωτότητα απέναντι στις οικονοµικές πιέσεις.
Εκδοτικά Μέσα και έντυπος Τύπος
Στο χώρο των εκδοτικών επιχειρήσεων, το ΕΣΡ καταγράφει 468 εγγεγραµµένες επιχειρήσεις, αριθµός που περιλαµβάνει εφηµερίδες και περιοδικά. Παρότι ο αριθµός παραµένει υψηλός, η πραγµατική επιρροή και οικονοµική δύναµη του έντυπου Τύπου έχει περιοριστεί σηµαντικά, καθώς µεγάλο µέρος της δραστηριότητας έχει µεταφερθεί στο διαδίκτυο.
∆ιαφήµιση, έρευνα και δηµοσκοπήσεις
Πέρα από τα παραδοσιακά ΜΜΕ, σηµαντικός είναι και ο αριθµός των υποστηρικτικών επιχειρήσεων του µιντιακού οικοσυστήµατος. Στα µητρώα του ΕΣΡ είναι εγγεγραµµένες 266 διαφηµιστικές επιχειρήσεις, καθώς και 15 εταιρείες έρευνας ραδιοτηλεοπτικής αγοράς. Επιπλέον, λειτουργούν 67 επιχειρήσεις δηµοσκοπήσεων, οι οποίες διαδραµατίζουν καθοριστικό ρόλο στη δηµόσια συζήτηση και την πολιτική επικοινωνία.
Συνδροµητικές και ψηφιακές υπηρεσίες
Ιδιαίτερη δυναµική παρουσιάζουν οι πάροχοι συνδροµητικών και διαδικτυακών υπηρεσιών. Μέχρι το 2024, στο µητρώο του ΕΣΡ είχαν εγγραφεί 96 πάροχοι γραµµικών υπηρεσιών µέσω διαδικτύου ή συνδροµητικών πλατφορµών, εκ των οποίων 84 ήταν ενεργοί ή εποχικοί. Παράλληλα, λειτουργούν 24 υπηρεσίες κατά παραγγελία (on demand), µε ισορροπία µεταξύ δωρεάν και συνδροµητικών καταλόγων.
Η µεγάλη εικόνα: πολλά Μέσα, περιορισµένη βιωσιµότητα
Συνολικά, η Ελλάδα διαθέτει χιλιάδες εγγεγραµµένες επιχειρήσεις ΜΜΕ, µε κυρίαρχες αριθµητικά το ραδιόφωνο και τα περιφερειακά τηλεοπτικά κανάλια. Ωστόσο, η πραγµατική οικονοµική ισχύς συγκεντρώνεται σε ελάχιστους παίκτες, κυρίως στους τηλεοπτικούς σταθµούς πανελλαδικής εµβέλειας και στις µεγάλες ψηφιακές πλατφόρµες. Τα στοιχεία δείχνουν ότι, παρά τον µεγάλο αριθµό Μέσων, η αγορά παραµένει κορεσµένη, µε έντονες πιέσεις βιωσιµότητας και χωρίς ουσιαστική αλλαγή σε σχέση µε τα προηγούµενα χρόνια.
Η οικονοµική εικόνα της πανελλαδικής τηλεόρασης το 2024
Η ιδιωτική τηλεόραση πανελλαδικής εµβέλειας στην Ελλάδα εξακολουθεί να λειτουργεί το 2024 µέσα σε ένα περιβάλλον οικονοµικής πίεσης, χωρίς να καταγράφεται ουσιαστική αλλαγή σε σχέση µε τα προηγούµενα χρόνια. Παρά τη διατήρηση των εσόδων σε σχετικά σταθερά επίπεδα και τις σηµαντικές αυξήσεις µετοχικού κεφαλαίου, τα βασικά µεγέθη δείχνουν ότι το επιχειρηµατικό µοντέλο των τηλεοπτικών σταθµών παραµένει εύθραυστο και εξαρτώµενο από εξωτερική χρηµατοδότηση.
Ο κύκλος εργασιών: Σταθερός αλλά χωρίς δυναµική
Ο συνολικός κύκλος εργασιών των έξι βασικών παρόχων τηλεοπτικού περιεχοµένου εθνικής εµβέλειας για το 2023, που αποτελεί το τελευταίο πλήρως διαθέσιµο οικονοµικό έτος πριν από το 2024, ανήλθε στα 416,10 εκατοµµύρια ευρώ. Η αύξηση σε σχέση µε το 2022 ήταν µόλις 0,56%, γεγονός που δείχνει ότι τα έσοδα της αγοράς έχουν ουσιαστικά παγιωθεί.
Η κατανοµή του κύκλου εργασιών αναδεικνύει τη συγκέντρωση της αγοράς σε λίγους παίκτες. Το Mega κατέγραψε έσοδα 104,80 εκατ. ευρώ, ο ANT1 90,28 εκατ. ευρώ, ο Alpha 77,51 εκατ. ευρώ, το Star 61,57 εκατ. ευρώ και ο ΣΚΑΪ 59,69 εκατ. ευρώ. Αντίθετα, το Open Beyond κινήθηκε σε χαµηλότερα επίπεδα, µε κύκλο εργασιών περίπου 22,25 εκατ. ευρώ. Παρά τις διαφορές αυτές, κανένας σταθµός δεν εµφάνισε δυναµική που να διαφοροποιεί τη συνολική εικόνα του κλάδου.
Κόστος και µικτό αποτέλεσµα: πρόσκαιρη βελτίωση
Το 2023, καταγράφηκε µια βελτίωση στο µικτό αποτέλεσµα των τηλεοπτικών σταθµών, καθώς το µικτό κέρδος αυξήθηκε κατά 17,20%, κυρίως λόγω µείωσης του κόστους πωληθέντων κατά 1,83%. Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι οι επιχειρήσεις προχώρησαν σε περιορισµό δαπανών, κυρίως σε επίπεδο παραγωγής και λειτουργικών εξόδων.
Ωστόσο, η βελτίωση αυτή αποδείχθηκε ανεπαρκής για να αλλάξει τη συνολική εικόνα, καθώς τα υπόλοιπα λειτουργικά και χρηµατοοικονοµικά κόστη συνέχισαν να βαραίνουν τα αποτελέσµατα.

Ζηµιές: Το µόνιµο πρόβληµα
Παρά τη συγκράτηση δαπανών, οι ζηµιές των τηλεοπτικών σταθµών αυξήθηκαν σηµαντικά. Οι ζηµιές πριν από φόρους εκτοξεύθηκαν κατά 103,70%, φτάνοντας συνολικά τα -100,05 εκατ. ευρώ, ενώ οι ζηµιές µετά φόρων αυξήθηκαν κατά 79,34%, αγγίζοντας τα -95,12 εκατ. ευρώ.
Τα στοιχεία αυτά καταδεικνύουν ότι η λειτουργική προσαρµογή δεν αρκεί για να καταστήσει βιώσιµο το µοντέλο λειτουργίας της ιδιωτικής τηλεόρασης. Οι ζηµιές δεν αποτελούν παροδικό φαινόµενο αλλά διαχρονικό χαρακτηριστικό του κλάδου.
Ίδια κεφάλαια: Συνεχής συρρίκνωση
Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η εικόνα των ιδίων κεφαλαίων. Το 2023 τα ίδια κεφάλαια των τηλεοπτικών παρόχων µειώθηκαν κατά 48,47%, µε συνολική απώλεια 59,78 εκατ. ευρώ. Η συνολική καθαρή θέση του κλάδου υποχώρησε κατά 21,4 εκατ. ευρώ ή περίπου 14,8%.
Σε επιµέρους περιπτώσεις, όπως στον ANT1, τα ίδια κεφάλαια κατέγραψαν έντονα αρνητικά επίπεδα. Μικρές βελτιώσεις καταγράφηκαν µόνο στο MEGA και στον ΣΚΑΪ, χωρίς όµως να αλλάζουν τη συνολική εικόνα.
Υποχρεώσεις και δανεισµός: διαρκής πίεση
Το 2023 οι συνολικές υποχρεώσεις των τηλεοπτικών επιχειρήσεων παρέµειναν υψηλές. Οι βραχυπρόθεσµες δανειακές υποχρεώσεις αυξήθηκαν κατά 18,44%, φτάνοντας τα 125,43 εκατ. ευρώ, γεγονός που δείχνει αυξηµένη ανάγκη κάλυψης άµεσων χρηµατοδοτικών αναγκών. Οι µακροπρόθεσµες δανειακές υποχρεώσεις µειώθηκαν οριακά κατά 2,68%, στα 222,57 εκατ. ευρώ, ενώ οι λοιπές υποχρεώσεις αυξήθηκαν κατά 5,10%, φτάνοντας τα 554,38 εκατ. ευρώ.
Η διάρθρωση αυτή δείχνει ότι το χρέος παραµένει βαρύ και λειτουργεί ανασταλτικά για την αναπτυξιακή στρατηγική.
Αυξήσεις Μετοχικού Κεφαλαίου: η βασική «ανάσα» του 2024
Το 2024 δεν έφερε βελτίωση στα λειτουργικά µεγέθη, έφερε όµως σηµαντικές κεφαλαιακές ενισχύσεις. Τα συνολικά κεφάλαια που εισέρρευσαν στους τηλεοπτικούς σταθµούς εθνικής εµβέλειας µέσω αυξήσεων µετοχικού κεφαλαίου ανήλθαν σε 86,07 εκατ. ευρώ.
Το µεγαλύτερο ποσό κατευθύνθηκε στον ANT1 µε Αύξηση Μετοχικού Κεφαλαίου 60,0 εκατ. ευρώ. Ακολούθησε το Open Beyond, µε καταβολή 15,07 εκατ. ευρώ, και το Star, µε 11 εκατ. ευρώ. Οι αυξήσεις αυτές δεν συνδέονται µε επενδυτική επέκταση, αλλά λειτουργούν κυρίως ως µηχανισµός κάλυψης ζηµιών και ενίσχυσης ρευστότητας.
Η πορεία την 5ετία
Το 2019 οι πάροχοι τηλεοπτικού περιεχοµένου εθνικής εµβέλειας εµφάνιζαν σχετικά ισχυρότερη οικονοµική εικόνα σε σύγκριση µε τα επόµενα έτη. Το σύνολο του ενεργητικού ανερχόταν σε 980,71 εκατ. ευρώ, ενώ τα ίδια κεφάλαια διαµορφώνονταν σε 95,83 εκατ. ευρώ, επίπεδο σαφώς υψηλότερο από τα επόµενα χρόνια. Ο κύκλος εργασιών έφτανε τα 302,37 εκατ. ευρώ, µε το κόστος πωληθέντων να ανέρχεται σε 243,65 εκατ. ευρώ, οδηγώντας σε µικτό κέρδος 38,75 εκατ. ευρώ. Παρά τη λειτουργική δραστηριότητα, οι επιχειρήσεις του κλάδου κατέγραψαν ζηµιές προ φόρων ύψους 60,23 εκατ. ευρώ και ζηµιές µετά φόρων 59,15 εκατ. ευρώ γεγονός που δείχνει ότι ήδη πριν την πανδηµία ο κλάδος αντιµετώπιζε προβλήµατα κερδοφορίας.
Το 2020 παρατηρείται επιδείνωση βασικών µεγεθών. Το σύνολο του ενεργητικού αυξήθηκε σε 1.004,79 εκατ. ευρώ, ωστόσο τα ίδια κεφάλαια µειώθηκαν στα 143,29 εκατ. ευρώ, καταγράφοντας σηµαντική αποδυνάµωση. Ο κύκλος εργασιών ανήλθε σε 314,09 εκατ. ευρώ, παρουσιάζοντας αισθητή µείωση σε σχέση µε το 2019, ενώ το κόστος πωληθέντων διαµορφώθηκε σε 256,92 εκατ. ευρώ. Το µικτό κέρδος περιορίστηκε στα 57,18 εκατ. ευρώ. Οι ζηµιές προ φόρων αυξήθηκαν στα 58,71 εκατ. ευρώ και οι ζηµιές µετά φόρων στα 60,07 εκατ. ευρώ, αντανακλώντας τις επιπτώσεις της πανδηµίας και τη συρρίκνωση των εσόδων.
Το 2021 εµφανίζει σηµάδια πρόσκαιρης βελτίωσης. Το σύνολο του ενεργητικού διαµορφώθηκε σε 1.021,75 εκατ. ευρώ, ενώ τα ίδια κεφάλαια αυξήθηκαν οριακά σε 144,76 εκατ. ευρώ. Ο κύκλος εργασιών παρουσίασε σηµαντική ανάκαµψη, φτάνοντας τα 396,68 εκατ. ευρώ. Το κόστος πωληθέντων ανήλθε σε 324,62 εκατ. ευρώ, µε αποτέλεσµα το µικτό κέρδος να ενισχυθεί στα 72,06 εκατ. ευρώ, το υψηλότερο της πενταετίας. Παρά τη βελτίωση αυτή, οι ζηµιές προ φόρων παρέµειναν υψηλές, στα 39,51 εκατ. ευρώ, ενώ οι ζηµιές µετά φόρων διαµορφώθηκαν στα 41,29 εκατ. ευρώ, γεγονός που δείχνει ότι η αύξηση των εσόδων δεν ήταν επαρκής για την επίτευξη καθαρής κερδοφορίας.
Το 2022 χαρακτηρίζεται από νέα επιδείνωση. Το σύνολο του ενεργητικού µειώθηκε στα 986,91 εκατ. ευρώ, ενώ τα ίδια κεφάλαια περιορίστηκαν περαιτέρω στα 123,33 εκατ. ευρώ. Ο κύκλος εργασιών αυξήθηκε ελαφρώς στα 413,80 εκατ. ευρώ, ωστόσο το κόστος πωληθέντων εκτινάχθηκε στα 361,95 εκατ. ευρώ, συµπιέζοντας το µικτό κέρδος στα 51,85 εκατ. ευρώ. Οι ζηµιές προ φόρων ανήλθαν σε 49,12 εκατ. ευρώ και οι ζηµιές µετά φόρων σε 53,04 εκατ. ευρώ, επιβεβαιώνοντας ότι η αύξηση του κόστους εξουδετέρωσε τα οφέλη από τη βελτίωση του κύκλου εργασιών.
Το συµπέρασµα; Σταθερότητα χωρίς λύση
Συνολικά, τα οικονοµικά στοιχεία των τηλεοπτικών καναλιών πανελλαδικής εµβέλειας δείχνουν ότι το 2024 δεν αποτέλεσε έτος καµπής. Τα έσοδα παραµένουν στάσιµα, οι ζηµιές υψηλές, τα ίδια κεφάλαια συρρικνώνονται και η ανάγκη για νέες κεφαλαιακές ενέσεις παραµένει διαρκής. Η ιδιωτική τηλεόραση εξακολουθεί να λειτουργεί σε ένα καθεστώς οικονοµικής ισορροπίας ανάγκης, χωρίς ουσιαστική αλλαγή στο µοντέλο λειτουργίας της.