Ξεκίνησε την Παρασκευή 17 Απριλίου 2026 η δημόσια ηλεκτρονική διαβούλευση για το σχέδιο νόμου που ρυθμίζει την αδειοδότηση των περιφερειακών τηλεοπτικών σταθμών, η οποία θα παραμείνει ανοιχτή έως τη Δευτέρα 4 Μαΐου 2026. Το συγκεκριμένο νομοσχέδιο αποτελεί την πρώτη ολοκληρωμένη προσπάθεια θέσπισης ενός σαφούς και σταθερού πλαισίου λειτουργίας για τα περιφερειακά κανάλια, τα οποία μέχρι σήμερα λειτουργούσαν κυρίως με μεταβατικό καθεστώς «νόμιμης λειτουργίας», χωρίς πλήρη και σύγχρονη αδειοδότηση.
Σύμφωνα με τη φιλοσοφία του σχεδίου, στόχος είναι να καλυφθεί ένα διαχρονικό θεσμικό κενό, να ενισχυθεί η διαφάνεια στην αγορά των ΜΜΕ, να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα των επιχειρήσεων και να βελτιωθεί η ποιότητα του τηλεοπτικού περιεχομένου σε περιφερειακό επίπεδο.
Καθοριστικός είναι ο ρόλος του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης (ΕΣΡ), το οποίο αναλαμβάνει το σύνολο της διαδικασίας αδειοδότησης και εποπτείας. Το ΕΣΡ θα εκδίδει τις προσκλήσεις ενδιαφέροντος, θα ορίζει τον αριθμό των αδειών ανά περιφερειακή ζώνη, τα απαιτούμενα δικαιολογητικά και τα κριτήρια αξιολόγησης. Οι άδειες θα έχουν διάρκεια δέκα ετών, ενώ για την υποβολή αίτησης προβλέπεται παράβολο.
Η διαδικασία αδειοδότησης διαρθρώνεται σε δύο στάδια. Στο πρώτο στάδιο εξετάζεται αν οι υποψήφιοι πληρούν βασικές προϋποθέσεις, όπως οικονομική επάρκεια, διαφάνεια ιδιοκτησίας, φορολογική και ασφαλιστική ενημερότητα, κατάλληλες εγκαταστάσεις και επαρκές προσωπικό. Εφόσον οι αιτήσεις υπερβαίνουν τον αριθμό των διαθέσιμων αδειών, ακολουθεί δεύτερο στάδιο συγκριτικής αξιολόγησης, με βάση ποιοτικά κριτήρια, όπως η παραγωγή πρωτότυπου προγράμματος, η τοπική ενημέρωση, η στελέχωση και η εμπειρία.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στα οικονομικά δεδομένα και στη διαφάνεια. Το ελάχιστο απαιτούμενο μετοχικό κεφάλαιο κυμαίνεται από 100.000 έως 500.000 ευρώ, ανάλογα με την περιφερειακή ζώνη, και πρέπει να διατηρείται καθ’ όλη τη διάρκεια της άδειας. Παράλληλα, προβλέπεται αυστηρός έλεγχος της ιδιοκτησιακής δομής και της προέλευσης των κεφαλαίων, ιδίως για μετόχους με σημαντικά ποσοστά συμμετοχής.
Σημαντικές είναι και οι υποχρεώσεις ως προς το προσωπικό και το πρόγραμμα. Οι σταθμοί οφείλουν να απασχολούν συγκεκριμένο αριθμό εργαζομένων και δημοσιογράφων, ανάλογα με τη γεωγραφική ζώνη και το είδος του προγράμματος, ενώ τίθενται ελάχιστα όρια διάρκειας εκπομπής. Οι ενημερωτικοί σταθμοί υποχρεούνται να μεταδίδουν καθημερινά πρωτότυπα δελτία ειδήσεων, με σημαντικό ποσοστό τοπικού περιεχομένου, καθώς και να διασφαλίζουν την προσβασιμότητα μέσω υπότιτλων και νοηματικής γλώσσας.
Το νέο πλαίσιο δεν περιορίζεται μόνο στη διαδικασία αδειοδότησης, αλλά επεκτείνεται και στη λειτουργία των σταθμών. Προβλέπονται αυστηροί κανόνες για τη δικτύωση μεταξύ περιφερειακών καναλιών, περιορισμοί στις μεταβιβάσεις μετοχών και υποχρέωση διαρκούς συμμόρφωσης με τις προϋποθέσεις της άδειας. Το σύστημα ελέγχου ενισχύεται, με δυνατότητα επιβολής προστίμων και, σε περιπτώσεις επαναλαμβανόμενων παραβάσεων, ακόμη και ανάκλησης της άδειας.
Παράλληλα, η πρόσβαση σε κρατική διαφήμιση και σε προγράμματα οικονομικής ενίσχυσης συνδέεται άμεσα με την κατοχή νόμιμης άδειας, γεγονός που καθιστά το νέο πλαίσιο καθοριστικό για τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων του κλάδου.
Δημιουργείται εθνική βάση δεδομένων για την ιδιοκτησία ΜΜΕ
Ιδιαίτερης σημασίας είναι και η πρόβλεψη για τη δημιουργία εθνικής βάσης δεδομένων για την ιδιοκτησία των μέσων ενημέρωσης. Η βάση αυτή θα λειτουργεί υπό τη Γενική Γραμματεία Επικοινωνίας και Ενημέρωσης και θα αποτελεί ένα ενιαίο, ψηφιακό και δημόσια προσβάσιμο μητρώο. Σε αυτήν θα καταγράφονται αναλυτικά στοιχεία για κάθε μέσο, όπως η εταιρική του μορφή, τα στοιχεία επικοινωνίας, αλλά και –κυρίως– η πλήρης εικόνα της ιδιοκτησιακής του δομής.
Στη βάση θα περιλαμβάνονται τόσο οι άμεσοι όσο και οι έμμεσοι μέτοχοι, καθώς και οι πραγματικοί δικαιούχοι, δηλαδή τα φυσικά πρόσωπα που ασκούν τον τελικό έλεγχο. Επιπλέον, θα δημοσιοποιούνται στοιχεία για τα έσοδα από κρατική διαφήμιση και για τυχόν χρηματοδότηση από δημόσιους φορείς, εντός ή εκτός Ελλάδας. Τα δεδομένα θα διασταυρώνονται με άλλα δημόσια μητρώα, ενισχύοντας τον έλεγχο και τη διαφάνεια.
Η λειτουργία της βάσης θα είναι υποχρεωτική για όλα τα μέσα ενημέρωσης, τα οποία θα οφείλουν να εγγράφονται, να επικαιροποιούν τα στοιχεία τους σε κάθε μεταβολή και να δηλώνουν ετησίως τα οικονομικά δεδομένα που σχετίζονται με κρατική χρηματοδότηση. Η συγκεκριμένη πρόβλεψη εντάσσεται στο ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο για την ελευθερία και τη διαφάνεια των μέσων ενημέρωσης.
Συνολικά, το νομοσχέδιο επιχειρεί να μετασχηματίσει ριζικά το τοπίο των περιφερειακών ΜΜΕ, εισάγοντας ένα πιο αυστηρό και οργανωμένο σύστημα λειτουργίας. Αν και ενισχύει τη θεσμική τάξη και τη διαφάνεια, παράλληλα αυξάνει τις απαιτήσεις και το λειτουργικό κόστος για τους σταθμούς. Το βασικό ζητούμενο παραμένει η ισορροπία ανάμεσα στην ανάγκη για έλεγχο και διαφάνεια και στη διατήρηση της βιωσιμότητας των μικρότερων περιφερειακών επιχειρήσεων.